Κυριακή, 6 Φεβρουαρίου 2011

Απόπειρα #1


Η ώρα είναι τέσσερις τα  ξημερώματα ακριβώς, ένας νέος τρέχει στον άδειο δρόμο. Ακούγεται μόνο ο ήχος των παπουτσιών του στην άσφαλτο. Η θερμοκρασία είναι λίγο πάνω από το μηδέν. Ο νέος ακούει μουσική και καθώς τρέχει σκέφτεται.

«Δεν μπορεί κάποιος θα το πήρε. Όλα τα πιάτα είναι κατά εξάδες. Εγώ μέτρησα πέντε. Δεν θυμάμαι να το έσπασα, οπότε κάποιος θα μου το έχει πάρει. Υποψιάζομαι την ηλικιωμένη από δίπλα. Στο διαμέρισμά της έχει βαλσαμωμένα ζώα. Αυτή πρέπει να το έκανε.»

Ψιλοβρέχει για δύο λεπτά. Ο δρόμος ήταν ήδη βρεγμένος από την απογευματινή βροχή.

«Αν λήστευα μια τράπεζα θα είχα αρκετά χρήματα για να νοικιάσω ένα σπίτι με κήπο. Και στον κήπο θα φύτευα τουλίπες και δεντρολίβανο. Θα αγόραζα ένα τραμπολίνο για τις μέρες που δεν θα βρέχει. Θα αγόραζα ένα αμάξι για τις βόλτες μου. Θα αγόραζα ένα κουστούμι και γυαλιστερά παπούτσια. Θα τα φορούσα κάθε μέρα αυτά τα παπούτσια. Θα φόραγα το κουστούμι και θα πήγαινα στην πηγή των λεόντων. »

Ο νέος σταματάει για να κοιτάξει την ώρα. Είχε πάει κιόλας πέντε. Λίγο ακόμα και μετά θα γύριζε πίσω.

«Αν γινόταν μια καταστροφή και οι πέθαιναν όλοι οι άνθρωποι εκτός από εμένα, μάλλον θα ένιωθα μόνος. Ίσως πάλι και να ήταν καλύτερα. Οι πολλοί άνθρωποι με αηδιάζουν. Αν όμως ήμουν μόνος, δεν θα μπορούσα να ζητήσω βοήθεια από κανέναν. Και θα πέθαινα μόνος. Μήπως τώρα με δισεκατομμύρια ανθρώπους γύρω μου δεν είμαι το ίδιο μόνος; Πάλι μόνος θα πεθάνω.»

Ο ουρανός φωτίζεται και το σκοτάδι αραιώνει. Ο νέος έχει ήδη πάρει τον δρόμο της επιστροφής.

«Μόλις φτάσω στο σπίτι θα κάνω μπάνιο και θα φορέσω το λινό πουκάμισο. Θα φτιάξω ένα φλιτζάνι τσάι και θα ακούσω ραδιόφωνο.  Μετά θα σκουπίσω και θα πετάξω τα σκουπίδια. Εάν προλάβω θα αγοράσω και ένα κιλό ψωμί και δύο λίτρα γάλα.»

Ο ήλιος έχει σχεδόν ανατείλει. Ένα αυτοκίνητο πλησιάζει τον νέο, ενώ αυτός δεν το βλέπει. Το αυτοκίνητο χτυπάει τον νέο και τον παρασέρνει για αρκετά μέτρα, προτού τον πετάξει στην άκρη του δρόμου. Το αυτοκίνητο συνεχίζει, ώσπου χάνεται από τον ορίζοντα. Ο νέος φανερά πληγωμένος είναι ξαπλωμένος ανάσκελα στην άκρη του δρόμου. Τα ρούχα του έχουν λερωθεί από λάσπη και αίμα. Μετά από έξι λεπτά ο νέος σηκώνεται και συνεχίζει να τρέχει.

«Θα μπορούσε να με είχε σκοτώσει.»   


2 σχόλια:

Flying.High.Dead.Angel είπε...

«Αν γινόταν μια καταστροφή και οι πέθαιναν όλοι οι άνθρωποι εκτός από εμένα, μάλλον θα ένιωθα μόνος. Ίσως πάλι και να ήταν καλύτερα. Οι πολλοί άνθρωποι με αηδιάζουν. Αν όμως ήμουν μόνος, δεν θα μπορούσα να ζητήσω βοήθεια από κανέναν. Και θα πέθαινα μόνος. Μήπως τώρα με δισεκατομμύρια ανθρώπους γύρω μου δεν είμαι το ίδιο μόνος; Πάλι μόνος θα πεθάνω.»
Απλά,υπέροχο σημείο...Απίστευτα δυνατό!

The exiled Hussar είπε...

Να 'σαι καλά dead angel. Όπως είναι και ο τίτλος, είναι η πρώτη μου απόπειρα διηγήματος μικρής έκτασης. Ίσως ακολουθήσουν και άλλες σύντομες ιστορίες, άλλες φανταστικές, άλλες πραγματικές.

 
Creative Commons License
The Golden Pavilion - My way to Trieste by The exiled Hussar is licensed under a Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs 3.0 Unported License.
Based on a work at thegoldenpavilion.blogspot.com.