Κυριακή, 20 Μαρτίου 2011

Η δροσερή νύχτα της Δευτέρας Παρουσίας

Ήταν βράδυ, όταν άκουσα φωνές από έξω. Η ζέστη ήταν αφόρητη και διάβαζα για να ξεχαστώ. Οι φωνές όμως όλο και δυνάμωναν. Έπρεπε να δω τι γινόταν. Άνθρωποι με φωτιές ήταν παντού στους δρόμους της Σεβίλλης. Τότε τους είδα. Ήταν σαν να περνάει ο θάνατος ανάμεσα μας. Θα μπορούσες να παραλύσεις και μόνο στην θέα αυτών των ανθρώπων. Τώρα η ζέστη ήταν πιο αποπνικτική από πριν. Δεν μπορούσα να κοιτάζω άλλο. Έστριψα δεξιά στον πρώτο δρόμο που συνάντησα. Πολίτες πέθαιναν στους δρόμους. Πέθαιναν μόνοι, όσο μόνοι έζησαν. Πέθαιναν μέσα στα σκατά, όπως και μέσα στα σκατά έζησαν. Οι πανοπλίες των κονκισταδόρων δεν ήταν λαμπερές όπως κάποτε.  Δεν έβλεπες πια το φως που έφεγγε κάποτε. Ήταν όταν βγήκα στους αγρούς που άκουσα τις καμπάνες. Χτυπούσαν συνέχεια. Δεν μπορούσα να αναπνεύσω από την ζέστη. Πέταξα τα ρούχα μου.

Δεν κοίταξα ποτέ πίσω. Έγινα ναύτης στο πρώτο πλοίο που βρήκα. Δώδεκα μήνες αργότερα πέθανα σε μια καταιγίδα ανοιχτά του ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας.

<Digimax S500 / Kenox S500 / Digimax Cyber 530>
 
Creative Commons License
The Golden Pavilion - My way to Trieste by The exiled Hussar is licensed under a Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs 3.0 Unported License.
Based on a work at thegoldenpavilion.blogspot.com.