Showing posts with label κείμενα. Show all posts
Showing posts with label κείμενα. Show all posts

Monday, March 9, 2015

Άλμα Πίστης

Ας πάμε αρκετά χρόνια πίσω, σε μια εποχή που η επιστήμη ήταν ανήκουστη λέξη και η Γη στο κέντρο του Κόσμου ήταν το μόνο δόγμα. Βέβαια κάποιοι είχαν καταφέρει να κουνήσουν λίγο τον ψηλό στύλο αλλά αυτός ακόμα έστεκε εκεί, πάνω από όλους. Κάπου στη βόρεια Ευρώπη, μια κρύα νύχτα ένας γέρος με χρυσή μύτη κοιτάζει τα άστρα. Απλά τα κοιτάζει με τα δυο του μάτια. Κι όμως αυτό το κοίταγμα έμενε να ρίξει ένα δόγμα αιώνων. Δεν το έριξε ο ίδιος αλλά ο μαθητής του, ο Γιόχαν Κέπλερ μερικά χρόνια αργότερα. 
Ο Κέπλερ ήταν αυτός που πρότεινε ένα ηλιοκεντρικό σύστημα, βασισμένο στο έργο του Κοπέρνικου με την διαφορά πως οι τροχιές του Κέπλερ ήταν ελλειπτικές. Ελλειπτικές; Αυτό πρέπει να ακούστηκε πολύ βαρύ στα αυτιά των λόγιων της εποχής. Δεν φτάνει που στο σύστημά του η Γη είχε υποβαθμιστεί και πλέον ήταν ο τρίτος πλανήτης που απλά περιφερόταν γύρα από τον Ήλιο, τον Ήλιο που γύριζε επί αιώνες γύρω από την Γη δίνοντας της το φως του, αλλά η Γη θα υφίσταντο και μια δεύτερη υποτίμηση, αυτή του να μην ακολουθεί την τελειότητα της σφαιρικής τροχιάς αλλά αυτή μιας λιγότερο αρμονικής ελλειπτικής. 
Ακόμα και ο ίδιος ο Κέπλερ δυσκολεύτηκε να το αποδεχτεί. Σίγουρα του ξένισε αυτή η αλλαγή και αν δεν ήταν εκείνος ο παράξενος γέρος που κοιτούσε τους ουρανούς τις νύχτες, ο Κέπλερ θα έμενε ίσως μια υποσημείωση στα βιβλία ιστορίας. Όμως υπήρξε μια καθοριστική στιγμή στη ζωή του, ένα άλμα πίστης θα έλεγε κανείς, μια λάμψη που τον έκανε να δει την αλήθεια. Μια καθόλου προφανή αλήθεια και φυσικά στα χρόνια εκείνα και μη άμεσα επαληθεύσιμη αλήθεια, εξού και το άλμα πίστης που έκανε ήταν μεγάλο. 
Ο άνθρωπος αυτός εγκατέλειψε το ένα έργο που του πήρε μερικά χρόνια από τη ζωή του για να ολοκληρώσει επειδή δεν συμφωνούσε με αυτά που είδε ο δάσκαλός του Τύχο Μπράχε. Αφιέρωσε και άλλα χρόνια για να καταλήξει σε αυτό που γνωρίζουμε με ευκολία σήμερα, πως οι πλανήτες, μεταξύ των οποίων και η Γη, περιστρέφονται γύρω από τον Ήλιο σε ελλειπτικές τροχιές. 
Το άλμα πίστης του Κέπλερ τον οδήγησε στην αλήθεια όχι επειδή το είπε κάποιος, ούτε επειδή το είδε κάπου γραμμένο αλλά επειδή είχε τυφλή πίστη στις ικανότητες, την ακρίβεια και την συνέπεια των παρατηρήσεων του Μπράχε. 
Δεν ήταν ότι υπήρχε μεγάλο χάσμα που τον έκανε να το ξανασκεφτεί, η διαφορά ήταν ακόμα και με σημερινούς όρους μικρή, πόσο μάλλον με την μικρή ακρίβεια των παρατηρήσεων δια γυμνού οφθαλμού εκείνη την εποχή. Όμως ο Κέπλερ πίστεψε και πέταξε το δικό του έργο για να προσαρμόσει το νέο του στα δεδομένα του Μπράχε. 
Ίσως όλα αυτά να μοιάζουν προφανή στην εποχή μας, μα πιστεύω πως τα χρόνια εκείνα δεν ήταν καθόλου προφανή. Όμως η επιστήμη οδηγείται στο φως μέσα από τα σκοτάδια με το φως εκείνων που αφιέρωσαν τη ζωή τους για να χαράξουν κατευθύνσεις.

Wednesday, August 6, 2014

Είμαι ένας δολοφόνος. Το όνομά μου είναι κύριος Α.



Είναι βράδυ, σίγουρα μια από τις τελευταίες ώρες αυτής της χειμωνιάτικης υγρής και κρύας νύχτας. Σε κάποιο σκοτεινό και κακόφημο στενό μιας παρακμιακής πόλης, περπατά ο ήρωας μας. Για να αποκρύψουμε την πραγματική του ταυτότητα, ας τον ονομάσουμε κύριο Α. Ο κύριος Α. λοιπόν περπατά με σκυφτό το κεφάλι και με αργό ρυθμό, ίσως επειδή έχει πιει περισσότερο από όσο θα έπρεπε ή ίσως επειδή συλλογίζεται την δουλειά του.

-Είμαι ένας απόκληρος της κοινωνίας, κάποιος που υπάρχει όταν τον χρειάζονται αλλά και κάποιος που κανείς δεν θέλει να ξέρει αφού τελειώσει η δουλειά. Όλοι σας θα με χρειαστείτε και όλοι σας θα αρνηθείτε ότι με γνωρίζετε. Αυτή είναι η σχέση μου με σας, βρώμικη, αηδιαστική και ταυτόχρονα τόσο απαραίτητη. Με τα χρόνια έχω μάθει να αποδέχομαι τη φύση μου ως το σκουλήκι των ανθρώπων, σιχαμερός στην όψη και στη λειτουργία, ένα  σκουλήκι που όλοι βασίζονται πάνω του για να σκάψει και να χωνέψει όλη τη βρομιά τα σκατά σας.

Λέγοντας αυτές τις λέξεις, ο κύριος Α. σταματά, βάζει το δεξί του χέρι στην εσωτερική τσέπη του παλτού του και βγάζει μια ασημένια ταμπακιέρα και ένα κουτί σπίρτα. Βγάζει ένα τσιγάρο και κρατώντας την ταμπακιέρα και το σπιρτόκουτο στο αριστερό του χέρι, ανάβει το σπίρτο. Αφού ρουφήξει για μερικές φορές το τσιγάρο του μέχρι να ανάψει, γλιστρά το σπιρτόκουτο και ταμπακιέρα στην αριστερή εξωτερική του τσέπη. Με τα δυο του χέρια ανασηκώνει τους γιακάδες του παλτού του, μάλλον θα κρύωσε σκεφτόμαστε καθώς τον βλέπουμε να απομακρύνεται με ζωηρό βήμα.

Το ερχόμενο πρωινό βρίσκουμε τον κύριο Α. να κοιμάται στον καναπέ του σπιτιού του. Πιθανόν θα ήταν πολύ κουρασμένος για να κοιμηθεί στο κρεβάτι του θα σκεφτόταν κανείς. Ο προσεκτικός όμως παρατηρητής θα καταλάβει γρήγορα πως δεν πρόκειται για τον καναπέ του σπιτιού του παρά για τον καναπέ του γραφείου του. Ελάχιστες φορές πλέον ο κύριος Α. επιστρέφει στο σπίτι του. Τις περισσότερες νύχτες ξαπλώνει στον καναπέ του γραφείου του όπως και την νύχτα που πέρασε.

Ξαφνικά ακούμε το τηλέφωνο να χτυπά. Είναι ο ήχος του κουδουνιού που χτυπάει. Οι κάπως μεγαλύτεροι σε ηλικία αναγνώστες θα γνωρίζουν τον ήχο από το παλιό τηλέφωνο που να είχαν οι γονείς ή οι παππούδες τους. Ο κύριος Α. φαίνεται πως δεν εκτιμά τον ήχο του τηλεφώνου όσο εμείς και δεν δίνει σημασία στο τηλέφωνο που χτυπά, παρά γυρνάει πλευρό και το αγνοεί. Αφού το τηλέφωνο χτύπησε 7 φορές, σταματά. Ο κύριος Α. αγνοεί επιδεικτικά το γεγονός που μας γεμίζει ερωτηματικά. Όποιος και να κάλεσε, σίγουρα θα ήθελε πολύ να πάρει απάντηση, αυτό σίγουρα συνάγουμε από τις 7 φορές που χτύπησε. Την σκέψη του συγγραφέα διακόπτει ο ήχος του τηλεφώνου. Αυτή τη φορά ο κύριος Α. δεν μπορεί να προσποιηθεί ότι κοιμάται, στο 4ο χτύπημα σηκώνει το ακουστικό. -Κύριος Α… ακολουθεί για σύντομη παύση, σα να χασμουρήθηκε άηχα,  παρακαλώ. Από την άλλη πλευρά της γραμμής θα πρέπει να ήταν ένας κύριος γύρω στα 40 του, πιθανόν με ελαφρά τριχόπτωση και ίσως μερικά παραπανήσια κιλά, πολύ πιθανόν να είναι κάποιου είδους προϊστάμενος σε δημόσια υπηρεσία. Ο συγγραφέας δεν μπόρεσε να εξάγει περισσότερα για το περιεχόμενο της συζήτησης καθώς ο κύριος Α. είχε μόλις ξυπνήσει και δεν ήταν ιδιαίτερα ομιλητικός. Προτού κλείσει το ακουστικό, ο κύριος Α. σημειώνει την ώρα της συνάντησης και την διεύθυνση. Καθώς είμαι άνθρωπος εμπιστοσύνης, δεν θα ήθελα να προδώσω τον κύριο Α. και να σας αποκαλύψω τον τόπο της συνάντησης. Μπορώ όμως χωρίς φόβο να μοιραστώ μαζί σας πως η ώρα της συνάντησης ήταν 7μμ και ο όροφος ήτο ο 4ος.

Και φτάνουμε στο σημείο της συνάντησης. Ένα αστικό διαμέρισμα, συμβατικά διακοσμημένο με ελαφρές πινελιές υπερβολής. Το κέντρο του δωματίου ήταν το σύμπλεγμα καναπέ-τραπεζάκι-πολυθρόνες-τηλεόραση όλα αυτά άνωθεν ενός φτηνού χαλιού, διαλεγμένου να τηρεί κάποια ποιοτικά στάνταρ και να περνάει ως χειροποίητο. Ο κύριος με την ελαφρά τριχόπτωση κάθισε μαζί με τη γυναίκα του στο κέντρο του καναπέ, πράγμα ασυνήθιστο αν παρατηρήσουμε το βαθούλωμα στην μία πολυθρόνα, δείγμα πως πιθανόν ο 40αρης κύριος καθόταν τακτικά εκεί. Ο κύριος Α. επέλεξε να καθίσει στην λιγότερο χρησιμοποιημένη πολυθρόνα. Έβγαλε από την εσωτερική του τσέπη ένα μικρό ξεφτισμένο σημειωματάριο μαζί με ένα δείγμα μολυβιού και πήρε θέση φέρνοντας το δεξί του πόδι πάνω στο αριστερό ώστε να έχει στέρεη επιφάνεια γραφής.

-Λοιπόν, ποιο είναι το πρόβλημα; είπε ο κύριος Α. απευθυνόμενος στο ζεύγος. Το ζευγάρι κοιτάχτηκε για λίγο και αποφάσισε ο κύριος με τα παραπανήσια κιλά να μιλήσει.
 -Κοιτάξτε κύριε Α. έχουμε ένα πρόβλημα… ξέρετε… του είδους των προβλημάτων που μάθαμε πως λύνετε. -Ασφαλώς, απάντησε ο κύριος Α., προχωρήστε σε λεπτομέρειες. -Τι να σας πούμε, έχει έρθει μια φορά, βράδυ ήταν. Έχει φέρει την αναστάτωση και τον φόβο στην οικογένειά μας. Κοιτάξτε, εμείς είμαστε μια ήσυχη οικογένεια, δεν ενοχλούμε κανέναν, θέλουμε να μεγαλώσουμε τα παιδιά μας χωρίς φασαρίες και προβλήματα. Και όλα αυτά μέχρι που συνέβη αυτό. Ο κύριος Α. τον διέκοψε, -δεν χρειάζομαι λεπτομέρειες για το συμβάν. -Δεν τον είδαμε καλά, απάντησε η κυρία. Ήταν νύχτα, ήμασταν από τον ύπνο. Ο άντρας μου άνοιξε τα φώτα και προσπάθησε να τον κυνηγήσει μα ήταν αργά, είχε ήδη φύγει από το παράθυρο. Ο κύριος Α. ζήτησε να δει το παράθυρο, δεν υπήρχε βεράντα από κάτω, ήταν ένα μικρό παράθυρο του 4ου ορόφου. Ο κύριος Α. σημείωσε κάποια πράγματα στο σημειωματάριό του. Μαζί με το ζεύγος επέστρεψαν στο σαλόνι. Η γυναίκα συνέχισε. Δεν είναι η αναστάτωση που μας προκάλεσε η χθεσινή νύχτα κύριε Α., είναι ο φόβος πως θα επιστρέψει. Φοβόμαστε για τα παιδιά μας. Είμαστε σίγουροι πως θα έρθει και πάλι και πως τα παιδιά θα είναι τα θύματα. Η γυναίκα δεν μπόρεσε να κρύψει τη συγκίνησή της και ξέσπασε σε λυγμούς. Ο σύζυγός της πέρασε το αριστερό του χέρι στον αριστερό της ώμο και την έφερε προς το μέρος του. Αφού την έτριψε με συγκαταβατικό τρόπο γύρισε στον κύριο Α. -Καταλαβαίνετε πως είστε η τελευταία μας ελπίδα. Ψάξαμε εσάς όταν μάθαμε πως είστε ο καλύτερος. Ο κύριος Α. ένιωσε μια τόνωση του εγωισμού του που δεν άφησε όμως να φανεί. Έκλεισε το σημειωματάριο του και είπε με σιγουριά, -δώστε μου 72 ώρες από τώρα, έπειτα η δουλειά θα έχει τελειώσει. Στο μεταξύ βρείτε ένα ασφαλές μέρος να μείνετε για απόψε. Ο κύριος Α. σηκώθηκε και είπε στη κυρία, ησυχάστε, πλέον δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. Ο κύριος άφησε την γυναίκα του και πήγε να συνοδέψει τον κύριο Α. ως την πόρτα. -Όσο αφορά το οικονομικό, έμαθα ότι ζητάτε… -4000 για κάθε υπόθεση του απάντησε ο κύριος Α., συν επιπλέον εάν τα έξοδα ξεφύγουν των συνηθισμένων. Φροντίστε να τελειώσει η υπόθεση και θα πληρωθείτε για τις υπηρεσίες σας του είπε με μια έκφραση ήπιας αηδίας ο 40χρονος κύριος καθώς άνοιγε την πόρτα. -Δεν ξέρω αν το μάθατε, αλλά είναι τακτική μου να παραδίδω το πτώμα στους πελάτες αφού κλείσει η υπόθεση. Αυτό… πιστεύω πως δεν χρειάζεται, είπε με φανερό τον τρόμο στο πρόσωπό του ο υπέρβαρος κύριος. -Φοβάμαι πως δεν είναι προαιρετικό είπε ο κύριος Α. και κατέβηκε τις σκάλες.

Λίγες ώρες μετά την συνάντηση στο διαμέρισμα του 4ου ορόφου, ο κύριος Α. βρίσκεται σε ένα υπόγειο και πιθανώς παράνομο μπαρ. Κάθεται στην γωνία του μαγαζιού, καπνίζοντας και πίνοντας από ένα ποτήρι αμφιβόλου ποιότητας ουίσκι. Στο μαγαζί υπάρχει ένα μεγάλο σύννεφο καπνού, αποτέλεσμα κακού εξαερισμού ή ένδειξη της μανιώδης λατρείας των θαμώνων για τον καπνό. Ο άνθρωπος που περίμενε ο κύριος Α. ήρθε και κάθισε στο τραπέζι του. Για λόγους εχεμύθειας θα παραλειφθούν τα λεγόμενά τους και θα πρέπει ο αναγνώστης να αρκεστεί στη περιγραφή του αγνώστου που κάθισε στα αριστερά του κυρίου Α. Ο άγνωστος αυτός ήταν ένας αδύνατος γέρος, φαινόταν σίγουρα άνω των 60, μα δεν θα πρέπει να ήταν πάνω από 52. Θα πρέπει να πέρασε πολλά χρόνια σε δουλειά καλοκαιρινή και μάλιστα με τον ήλιο πάνω από το κεφάλι του, αυτό μαρτυρούσε το σκούρο του δέρματός του. Φορούσε σκούρο καφέ παντελόνι και καρό πουκάμισο που μόλις που φαινόταν κάτω  από το μαύρο δερμάτινό του. Στο χέρι του κρατούσε ένα τσιγάρο και δεν αρνήθηκε άλλα δύο που του πρόσφερε ο κύριος Α. Αφότου είπαν τα όσα είχαν να πουν, ο κύριος Α. έσπρωξε άγνωστο χρηματικό ποσό προς το μέρος του συνομιλητή του. Εκείνος τα πήρε χωρίς να τα μετρήσει και έσφιξαν τα χέρια. Ο κύριος Α. ήταν ο πρώτος που αποχώρησε ενώ σύντομα έφυγε και ο άγνωστος κύριος.

Δεν έχουν περάσει πάνω από έξι ώρες από την συνάντηση στο υπόγειο μπαρ και βρισκόμαστε στην σκάλα ενός πολύ υποβαθμισμένου κτηρίου. Κατευθυνόμαστε προς ένα διαμέρισμα του 1ου ορόφου. Ο διάδρομος είναι πολύ σκοτεινός και μόνο μια λάμπα αρκετά μέτρα πίσω μας μας βοηθά να βλέπουμε. Φτάνοντας στη πόρτα με τον αριθμό 18, ο κύριος Α. βγάζει το περίστροφό του και χτυπά δυνατά την πόρτα. Χτυπά και δεύτερη φορά μα και τώρα δεν παίρνει απάντηση. Κάνει λίγο πίσω, όσο του επιτρέπει ο στενός διάδρομος και σπάει τη πόρτα. Στο πάτωμα βρίσκει έναν άντρα λιπόθυμο, πιθανώς  λόγω χρήσης ουσιών. Βάζει το περίστροφο ξανά στη θήκη του και πηγαίνει πάνω από λιπόθυμο άντρα. Τον σκουντάει ώστε να ξυπνήσει. Ο διάλογος που ακολουθεί, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του συγγραφέα, δεν ήταν δυνατό να αποδοθεί λόγω της έντονης χρήσης αργκό εκφράσεων αλλά και ξένων άγνωστων λέξεων, κατά πως καταλαβαίνετε αργκό και αυτών. Αφού ο κύριος Α. έχει πάρει τις πληροφορίες που έψαχνε, φεύγουμε από αυτή τη βρώμικη πολυκατοικία. Έξω έχει συννεφιά και φαίνεται πως ετοιμάζεται να βρέξει.

-Μα, τι ώρα είναι; Κοιτάζω το ρολόι μου και βλέπω 4 και 36. Δεν μπορεί να κοιμήθηκα τόσο, θα πρέπει να ήμουν πολύ κουρασμένος. Ντύνομαι γρήγορα και πηγαίνω στο σημείο συνάντησης που είχα με τον κύριο Α. Φυσικά και δεν είναι εδώ. Απογοητευμένος από την αναπάντεχη εξέλιξη των πραγμάτων, αποφασίζω να πάω στο γραφείο του κυρίου Α. και να τον περιμένω εκεί. Φανταστείτε την έκπληξή μου όταν τον βρίσκω να κοιμάται στον καναπέ του. Ενοχλημένος μου ζητά να φύγω. Επιστρέφω το πρωί για να μου πει τι έγινε χθες βράδυ. Με επιφύλαξη θα παραθέσω τα λεγόμενά του καθώς διέκρινα μικρή μόλις δόση αλήθειας στα κατά τα άλλα απίθανα κατορθώματά του.

Με το που τον είδα του είπα -είσαι τελειωμένος. Αυτός μου έριξε το πιο παγερό και κοιμισμένο του βλέμμα. Κατάλαβα πως είχε εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια, είχε ήδη παραδεχτεί την ήττα του. Ήταν θέμα χρόνου μόνο. Στην αρχή φαινόταν εξουθενωμένος και σαν να μην μπορούσε να συντονιστεί. Του κατάφερα δύο ελαφρά χτυπήματα. Τότε μάλλον τον εξόργισα. Με απίστευτη ζωντάνια, σαν να ξύπνησε με κάποιο τρόπο, γύριζε συνεχώς σε όλο το δωμάτιο. Εκεί που περίμενα μια εύκολη δουλειά, αυτός με ξάφνιασε. Δεν έχασα όμως τη ψυχραιμία μου. Σκέφτηκα, αν δεν μπορεί να δει, θα αναγκαστεί να σταματήσει. Με μια γρήγορη κίνηση, έσβησα τα φώτα. Η οξεία ακοή μου δεν με πρόδωσε. Κατάλαβα πως τα είχε ήδη χαμένα, άκουγα πως χτυπούσε πάνω σε τοίχους και σε έπιπλα στην προσπάθειά του να ξεφύγει. Ξαφνικά ησυχία. Σταμάτησε. Χωρίς να χάσω χρόνο, άρπαξα την εφημερίδα που είχα φέρει μαζί μου και του έδωσα το τελειωτικό χτύπημα. Αυτό ήταν είπα με ανακούφιση. Αφού απέδωσα τις απαιτούμενες τιμές στην ζωή που χάθηκε, τον έβαλα σε ένα σακουλάκι για να τον δώσω στους πελάτες, απόδειξη ότι ο κίνδυνος είχε περάσει. -Και μετά τι έγινε; ρώτησα συνεπαρμένος από την διήγηση. Μετά γύρισα στο γραφείο και κοιμήθηκα. Το σακουλάκι είναι πάνω στο γραφείο. Το σήκωσα και το εξέτασα στο λιγοστό φως που έμπαινε από τις περσίδες. Ήταν αηδιαστική και μακάβρια εικόνα.  Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες μη θέλοντας να μεταδώσω το γκροτέσκο θέαμα που αντίκρισα.

Το επόμενο πρωινό βρήκε τον κύριο Α. ξεκούραστο και στο σπίτι του ζεύγους, στο ίδιο δωμάτιο που έλαβε χώρα και η πρώτη συνάντησή τους. Το σακουλάκι με το πτώμα ήταν αφημένο πάνω στο τραπέζι. Το ζεύγος το κοιτούσε με ένα μείγμα αποτροπιασμού και γαλήνης. Την σιωπή έσπασε ο κύριος Α. -Λοιπόν, ο κίνδυνος πέρασε, είναι νεκρός πια. Σειρά να τηρήσετε και το δικό σας μέρος της συμφωνίας. Ο υπέρβαρος κύριος, σαν να ξύπνησε από ένα στρόβιλο σκέψεων, κοίταξε τον κύριο Α. και του είπε -μέσα σε αυτό το φάκελο θα βρείτε την αμοιβή σας. Πιστεύω πως δεν θα μείνετε ανικανοποίητος, του είπε καθώς του έδωσε τον φάκελο. Μόλις ο κύριος Α. κοίταξε το περιεχόμενο του φακέλου, ο υπέρβαρος κύριος του έδειξε την εξώπορτα. Ο κύριος Α. έφυγε, χωρίς να πει κουβέντα μα και χωρίς να περιμένει κάτι άλλο.  Ήξερε πως έτσι είναι η δουλειά.

Ο συγγραφέας αποχωρίστηκε τον κύριο Α. σε αυτό το σημείο, καθώς κατέβαινε τις σκάλες από ένα διαμέρισμα του 4ου ορόφου. Αργότερα ο κύριος Α. θα πάει στο ίδιο υπόγειο μπαρ, θα κάτσει στο ίδιο απόμακρο τραπέζι και θα πιεί από ένα ποτήρι αμφιβόλου ποιότητος ουίσκι.  

Sunday, July 8, 2012

Λίζα, η κατσαρίδα που έτρωγε ασήμι

Μέχρι εχθές, ζούσε η Λίζα, μια κατσαρίδα που έτρωγε ασήμι.
Δεν διέφερε σε τίποτε από τις άλλες κατσαρίδες, μόνο στο ότι έτρωγε ασήμι.
Χθες λοιπό, μέσα στην πείνα της πήγε να φάει τα ασημένια σκουλαρίκια μιας χοντρής κυρίας που περπατούσε.
Η χοντρή κυρία με το που είδε την Λίζα να πλησιάζει τσίριξε και την πάτησε.
Μετά πέρασε εκείνο το φορτηγάκι που σκουπίζει τους δρόμους και την σκούπισε.

Sunday, June 10, 2012

Η αξιοθαύμαστη πόρτα νοτιοδυτικά της Κοπεγχάγης

Μερικά χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της Κοπεγχάγης υπάρχει ένα μεγάλο λιβάδι. Σε αυτό το σημείο ο αναγνώστης θα πρέπει να αποβάλει την εικόνα που μπορεί να έχει μόλις ακούσει την λέξη λιβάδι. Πιθανόν εικόνες όπως πράσινες εκτάσεις με ανθισμένα διάσπαρτα λουλούδια να έρχονται στη σκέψη με την αναφορά της λέξης. Το συγκεκριμένο όμως διαφέρει από την τυπική εικόνα. Και αυτό γιατί πρόκειται για ένα λιβάδι με πέτρες. Υπάρχουν βέβαια ίχνη βλάστησης, όμως θα πρέπει να κοπιάσει αρκετά κανείς για να τα βρει.

Κυρίαρχη παρουσία έχουν οι πέτρες. Οι περισσότερες είναι μικρές, μπορεί κανείς να χωρέσει στα χέρια του αρκετές από αυτές, χωρίς όμως να λείπουν και οι μεγαλύτερες. Το σχήμα τους επίσης διαφέρει. Περαστικοί έχουν αναφέρει πως έχουν συλλέξει από το λιβάδι πέτρες με τα πιο παράξενα σχήματα που κανένας δεν θα περίμενε να παρατηρήσει σε πέτρα. Ένα κοριτσάκι μάλιστα βρήκε μια πέτρα που έμοιαζε στην γάτα της. Αν είστε καλεσμένοι στο σπίτι της μπορείτε να δείτε την πέτρα μαζί με την γάτα και να παραδεχτείτε την απίστευτη ομοιότητα. Ένας περιπλανώμενος φωτογράφος φωτογράφησε μια πέτρα σε σχήμα αστεριού, όμως αρκέστηκε στην φωτογραφία και δεν πήρε την πέτρα. Θα μπορούσα να αναφέρω και άλλα αξιόλογα σχήματα, μα τότε δεν θα είχα την ευκαιρία να μιλήσω για τα χρώματα που έχουν οι πέτρες αυτές. Πολλές, μα όχι οι περισσότερες, έχουν το χρώμα που όλοι έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε σε μια πέτρα. Είναι κάπως γκριζωπές και αδιάφορες. Πέρα από αυτές όμως, υπάρχουν ένα σωρό άλλες με χρώματα που δεν θα μπορούσα να περιγράψω. Κοιτάζοντας από ψηλά το λιβάδι θαμπώνεται από την πολυχρωμία και παραμένει να τις κοιτάζει ίσως και για ώρες.

Κάπως έτσι τις κοίταζε και ο περιπλανώμενος φωτογράφος, προτού αποφασίσει να συνέλθει και να καταγράψει με την μηχανή του το τοπίο. Στάθηκε όμως πολύ άτυχος, καθώς κάπως αργοπορημένα κατάλαβε πως δεν είχε φιλμ στην μηχανή του. Φαντάζεστε την απογοήτευσή του. Αυτή ήταν και η τελευταία, μέχρι σήμερα, απόπειρα να φωτογραφηθεί αυτό το λιβάδι. Υπάρχει όμως ακόμα μια φωτογραφία του λιβαδιού, η μοναδική, μόνο που η συγκεκριμένη έγινε πριν πολλά χρόνια και μάλιστα με ασπρόμαυρο φιλμ και δυστυχώς δεν καταγράφει την πολυχρωμία που έχει εμπνεύσει την συγγραφή τούτου του κειμένου.

Την εμπειρία των χρωμάτων την έχουν βιώσει μόνο όσοι είχαν την ευκαιρία να περπατήσουν μέχρι εκεί. Θα πρέπει να γνωρίζετε πως λίγοι μονάχα κατάφεραν να βρουν τον δρόμο προς το λιβάδι. Και αυτό όχι γιατί είναι δύσκολος ο δρόμος, μα γιατί οι επισκέπτες θαμπώνονται από την πανέμορφη Κοπεγχάγη.

Σε αυτό το λιβάδι υπάρχει κάτι το αφύσικο. Μια κλειστή πόρτα. Ελάχιστοι αν όχι κανένας πρόσεξαν την παρουσία της. Όλοι αρκέστηκαν στην παρατήρηση του λιβαδιού με τις πολύχρωμες πέτρες. Από τους λίγους που αναρωτήθηκαν για την φύση της πόρτας ήμουν και εγώ. Μετά το αρχικό προβληματισμό πρόσεξα πως η πόρτα δεν ήταν κλειστή, ήταν ξεκλείδωτη και κλεισμένη.

Πλησιάζοντας την πόρτα, αυτή σα να αναγνωρίζει την παρουσία, ανοίγει. Μέσα της υπάρχει ένα πραγματικά μικρό και σκοτεινό δωμάτιο. Αν δεν υπήρχε στο άλλο τοίχο μια πόρτα θα μπορούσε να είναι μια μικρή ντουλάπα.

Όπως και η πρώτη πόρτα, πλησιάζοντα την, ανοίγει. Οι λέξεις μοιάζουν αδύναμες μπροστά στον αγώνα για την περιγραφή του δεύτερου δωματίου. Ή σάλας πιο σωστά. Μπροστά στο μέγεθός της, η αίθουσα χορού του Τσάρου σίγουρα θα ντρεπόταν. Το πρώτο που παρατηρεί κανείς είναι το μέγεθος. Ο άνθρωπος νιώθει πολύ μικρός μέσα σε μια αίθουσα τέτοιων διαστάσεων. Με δυσκολία βλέπεις ακόμα και το τέλος της αίθουσας. Όσο για το ύψος, σίγουρα θα προκαλούσε ίλιγγο ακόμα και στους πιο γενναίους. Περιμετρικά, υπάρχουν κολώνες και στο ανάμεσο τους πανύψηλα παράθυρα με τις κουρτίνες τους τραβηγμένες ώστε να φωτίζεται η αίθουσα. Το πάτωμα είναι τόσο καλά γυαλισμένο ώστε το άπειρο μάτι πλανάται και πιστεύει πως η αίθουσα εκτείνεται για άλλο τόσο. Το ταβάνι είναι στολισμένο με αμέτρητους πολύτιμους λίθους που λάμπουν στο φως της ημέρας. Ξεφεύγοντας από τον θαυμασμό που προκαλεί η θέα της αίθουσας, προχωρά κανείς κατά μήκος της. Φτάνοντας στο τέλος, ίσως μετά από αρκετή ώρα πορείας, θα βρει ακόμα μια πόρτα, την τελευταία αυτού του παράξενου οικοδομήματος.

Όπως και οι άλλες δυο πόρτες, έτσι και αυτή ανοίγει με το που κάποιος την πλησιάσει. Πίσω της απλώνεται ένας κήπος λουσμένος στο φεγγαρόφωτο. Έχοντας περάσει από την προηγούμενη αίθουσα δεν εντυπωσιάζεται κανείς εύκολα από τον κήπο. Μάλλον ακόμα απογοητεύεται παρατηρώντας τον κήπο. Και αυτό γιατί αποτελείται αποκλειστικά από πράσινα φυτά. Δεν υπάρχουν άνθη, δεν υπάρχουν ξεραμένα φύλλα, δεν υπάρχουν φυτά με κόκκινο φύλλωμα. Μόνο πράσινο.

Εύστοχα θα παρατηρούσε κανείς πως αυτή είναι η τέλεια αντίθεση με το λιβάδι των πολύχρωμων πετρών.

Thursday, May 17, 2012

Μελλοντικοί διάλογοι

Σε ένα γαλλικό καφέ, δύο άνθρωποι συναντιούνται μετά από πολλά χρόνια. Η ώρα πρέπει να είναι δύο το βράδυ και από όσο μπορώ να δω έξω βρέχει. Μέσα στο καφέ επικρατεί σκοτάδι και μόνο λίγο φως φωτίζει το μικρό τραπέζι. Από τα ηχεία μόλις που ακούγεται το έργο 9 No 2 από τα Νυχτερινά του Σοπέν.

 

Αυτός: Ξέρεις, πάνε τόσα χρόνια από τότε. Τότε δεν μπόρεσα να στο πω. Σε έβλεπα και νόμιζα πως θα πέθαινα. Μύριζες βανίλια, λεμόνι και κανέλα. Μου κοβόταν η αναπνοή και μόνο που σε σκεφτόμουν. Θεωρούσα τον εαυτό μου τυχερό που μου μιλούσες. Ήταν τόσο δύσκολο για μένα τότε. Και ας μου φαινόταν τόσο προφανές. Δεν φαντάζεσαι πόση ανακούφιση νιώθω τώρα. Σε έβλεπα στα όνειρά μου. Σου κρατούσα το χέρι και περπατούσαμε μαζί. Δεν υπήρχε κανείς τριγύρω, μονό εμείς. Πηγαίναμε και κοιτούσαμε με τις ώρες τις λεύκες, που τόσο σου άρεσε να βλέπεις. Ξαπλώναμε στο γρασίδι που ήταν τόσο πράσινο, όπως μόνο στα όνειρα μπορεί να είναι και μιλούσαμε με κλειστά τα μάτια. Ήταν συνεχώς απόγευμα, εκείνη την υπέροχη απογευματινή στιγμή που εύχεσαι να μην τέλειωνε ποτέ. Πίναμε λεμονάδα και διαβάζαμε ποίηση. Σεφέρη που άρεσε και στους δυο μας. Παίρναμε τα ποδήλατά μας και τρέχαμε σα να μας κυνηγούσαν. Σου άρεσε ο αέρας που ερχόταν στο πρόσωπό σου. Σαν θα κουραζόμασταν θα σταματούσαμε στο αγαπημένο σου παγκάκι και θα κοιταζόμασταν στα μάτια. Αυτό και μόνο. Και σαν έρχονταν το βράδυ θα μας έπαιρνε ο ύπνος ενώ μετρούσαμε τα αστέρια. Μόνο για να αρχίσουμε ξανά την επόμενη ημέρα. Δίχως μνήμη, δίχως έγνοιες, δίχως αύριο.

 

Αυτή: (κλαίγοντας) Γιατί δεν μου μίλησες νωρίτερα;

 

 

Αυτό το κείμενο μου ζήτησε να δημοσιεύσω ο φίλος με το ψευδώνυμο “Parallel”. Με χαρά το δημοσιεύω εδώ, προσθέτοντας μόνο την μικρή εισαγωγή.

 

 

Ο επίλογος του συγγραφέα:

«Χθες ήταν η Βάσω και η Εύη, σήμερα μπορεί να είναι η Κωνσταντίνα, η Άννα και η Κατερίνα.

Εσύ μπορείς να μην επιτρέψεις έναν τέτοιο μελλοντικό διάλογο.»

Tuesday, November 29, 2011

Κεφάλαιο 4: “Χαιρετίσματα από την αίθουσα του νεκροτομείου”

 

Ο Χάρης είναι ιατροδικαστής. Όλη μέρα ασχολείται με πτώματα. Αυτή είναι η δουλεία του. Δεν παραπονιέται, δεν αισθάνεται την παραμικρή αηδία. Του αρέσει να βλέπει εκεί που όλοι αποστρέφουν το βλέμμα, να βλέπει ό,τι οι άλλοι δεν μπορούν να δουν.

Όταν δεν δουλεύει του αρέσει να πηγαίνει σινεμά και να βλέπει παλιές ταινίες σε επανέκδοση. Κάνει συλλογή μπαχαρικών, έχει μάλιστα στην συλλογή του πάνω από δεκαπέντε διαφορετικά είδη πιπεριού. Ποιος να το πίστευε πως υπάρχουν τόσα πολλά;

Μένει στην μονοκατοικία της γιαγιάς του, στην Αθήνα. Η γιαγιά του, η Ερμιόνη, έχει αρκετά χρόνια που πέθανε. Αυτή τον μεγάλωσε. Μπορεί το σπίτι να είναι παλιό άλλα δεν μπορεί να φύγει. Καμιά φορά αισθάνεται πολύ άσχημα με όλες τις πολυκατοικίες που ρίχνουν την σκιά τους πάνω στο σπίτι του. Στην βεράντα έχει φυτέψει πολλές γλάστρες με μέντα και δυόσμο. Δοκίμασε να βάλει και λεβάντα, αλλά από τα αποτελέσματα μάλλον είναι αλλεργικός σε αυτή.

Μερικά βράδια του χειμώνα, χωρίς πολύ κρύο, χιόνι ή βροχή, παίρνει ένα βιβλίο και μια θερμάστρα για να διαβάσει στο μπαλκόνι του. Μέσα η ατμόσφαιρα γίνεται πολύ βαριά και έτσι τον ευχαριστεί να περνάει την ώρα του δίπλα στον δυόσμο.

Ένα βράδυ σαν και αυτό ήταν που συνέβη. Μια νεαρή γυναίκα, γύρω στα είκοσι τέσσερα με είκοσι έξι την έκανε, τράκαρε μπροστά στο σπίτι του. Η αστυνομία είπε πως ήταν μεθυσμένη όταν οδηγούσε. Παρά την σοβαρότητα του ατυχήματος, η γυναίκα δεν τραυματίστηκε σοβαρά.

 
Creative Commons License
The Golden Pavilion - My way to Trieste by The exiled Hussar is licensed under a Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs 3.0 Unported License.
Based on a work at thegoldenpavilion.blogspot.com.